Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Μακρυπουλαίοι και χρηστολούληδες




Tουρλουµπούκι! Μαλλιά - κουβάρια σοουµπίζνες και ελληνικό θέατρο.
Για τα όµορφα µάτια της Ζέτας Μακρυπούλια. «Για µιαν Ελένη…»;

Ετσι γίνεται πάντα. ∆ι’ ασήµαντον αφορµή ξεσπούν πάντα τα πάθη, οι καηµοίκαι οι µιζέριες. Και αίφνης, βρέθηκαν κάµερες των απανταχού κουτσοµπολάδικων στα θέατρα να περιµένουν τους ηθοποιούς πότε θα τελειώσουν την παράστασή τους για να του θέσουν το κορυφαίο ερώτηµα των ηµερών «θεωρείτε τη Ζέτα Μακρυπούλια συνάδελφό σας ηθοποιό ή όχι»; 


Ολα άρχισαν από µια συνέντευξη του Χρήστου Λούλη – από τους σηµαντικότερους νέους ηθοποιούς του θεάτρου, µε συµµετοχή σε πολυσυζητηµένες παραστάσεις του Εθνικού, µε εξαιρετικές κριτικές για τις ερµηνείες του _ ο οποίος αναφερόταν στην εν λόγω ωραιοτάτη και αγαπηµένη του µιντιακού συστήµατος, λέγοντας ότι «δεν τη θεωρεί συνάδελφό του, δηλαδή ηθοποιό». Τι ήταν να το πει! Μυρίστηκαν λαµπρό «κυνήγι» και εύκολα θηράµατα τα «λαγωνικά» της τηλεόρασης της κατινιάς. Και είχαν δίκιο. Γιατί το απίστευτο δεν είναι που ασχολήθηκε ο Χρήστος Λούλης, ίσως για να θέσει µάλλον αδέξια ένα ζήτηµα που παντού αλλού έχει λυθεί εδώ και δεκαετίες, το πικρό ζήτηµα των κριτηρίων. Το απίστευτο είναι που βρίσκονται πολλοί να απαντήσουν δίνοντας υπόσταση στο κουτσοµπολικό παράλογο.

Και έτσι, υπό τη σκηνοθετική µπαγκέτα του εγχώριου τηλεκατινισµού χωρίστηκε η θεατροτηλεοπτική σοουµπίζνες σε µακρυπουλαίους και χρηστολούληδες. Ερήµην και των δύο πλέον ο καβγάς, που, όπως και στην αλήστου µνήµης ελληνική ταινία µε τον Ηλιόπουλο και τον Χατζηχρήστο όπου σατιρίζονται τα βάρβαρα ήθη της βεντέτας, δεν έχει πλέον σχέση µε την υπεράσπιση της τιµής τους, αλλά µε τους καηµούς και τις συναισθηµατικές επενδύσεις όλων των υπολοίπων γύρω τους.

Η αλήθεια είναι ότι η Ζέτα Μακρυπούλια είναι ένα αυθεντικό µιντιακό προϊόν. Η ίδια ουδόλως το αρνήθηκε ποτέ, µάλλον το απολαµβάνει, όπως κάθε επαγγελµατίας που εκµεταλλεύτηκε άριστα τις ευκαιρίες της εποχής του για να πετύχει σε αυτό που ο συρµός θεωρεί επιτυχία και δρέπει τους καρπούς των κόπων του. Αλλοι αναλαµβάνουν να µιλήσουν εκ µέρους της. Και αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι το µιντιακότσίρκουλο, που την αποθεώνει τη θεωρεί ταυτοχρόνως και κτήµα του.

Γι’ αυτό και την έχει εµπλέξει σε µια άνευ προηγουµένου κλωτσοπατινάδα, όπου µε άλλοθι τάχα την υπεράσπισή της την εκθέτει στον χουλιγκανισµό µιας διψασµένης για ψευδοκόντρες τηλεόρασης. Τη χρησιµοποιούν ως πρόσχηµα για να ξεσπαθώσουν διάφοροι πικραµένοι ή για να επιδείξουν την αλαζονική τους τύφλωση.

«Κι εγώ, µήπως δεν έχω δεχτεί τόσες επιθέσεις!», έλεγε η Ελεωνόρα Μελέτη ταυτιζόµενη µε τη Ζέτα Μακρυπούλια – αν και κάθε µέρα βρίσκει και από µια διαφορετική ευκαιρία για να αυτοπροβληθεί περίπου σαν οσιοµάρτυρας της τηλεπαρουσίασης.

Μεγάλη πλάκα! Πανηγύρι.

Που δεν σηµαίνει άλλο παρά τη µεγάλη σύγχυσή µας µπροστά στον τηλεπολτό υπό το κράτος του δέους µπροστά στα νούµερα της µεγάλης κατανάλωσης.

«Η τέχνη δεν έχει όρια», φώναζαν τα πάνελα στης Μελέτη για να υπερασπιστούν τη Μακρυπούλια. Προφανώς η τέχνη δεν έχει όρια για έναν Ντα Βίντσι, για έναν Πικάσο, για δηµιουργούς που υπερβαίνουν τα όρια της εποχής τους ανοίγοντας δρόµους.

Ενδεχοµένως εννοούσαν ότι η τέχνη δεν έχει στεγανά. ∆εν έχει. Για εκείνους που µπορούν να κινούνται µε άνεση σε όλο το φάσµα της τέχνης που υπηρετούν. Οταν ο Ντέρεκ Τζάκοµπι υποδύθηκε τον Κλαύδιο,στο αλήστου µνήµης «Εγώ, ο Κλαύδιος», έσπασε τα στεγανά µιας βρετανικής αντίληψης που ήθελε τους ηθοποιούς αυστηρά διαχωρισµένους σε κατηγορίες, τους τηλεοπτικούς, τους σαιξπηρικούς κ.λπ.

Ε, ώρες είναι να µας πουν ότι ανοίγει δρόµους στην τέχνη της υποκριτικής η Μακρυπούλια. Και η ίδια θα σταυροκοπηθεί. Αν και ανοίγει δρόµους ως pass par tout µιντιακό προϊόν. Σε µια αγορά που σπαρταράει για ανάπτυξη και δεν έχει την πολυτέλεια να µην αξιοποιεί κεφάλαια, όπως είναι η αναγνωρισιµότητα. Αν δεν υπάρχει η συνείδηση των κριτηρίων και η συναίσθηση της διαφοράς µεταξύ της ποσότητας και της ποιότητας (χωρίς απαραιτήτως το ένα να αποκλείει το άλλο) αυτό αφορά την παιδεία εκείνων, που συµµετέχουν σε έναν διάλογο – ή καβγά _ και όχι τα πρόσωπα που στάθηκαν η αφορµή γι’ αυτόν.

Της Πόπης Διαμαντάκου από τα ΝΕΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου